Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Το παλιό μαντείο στο σπήλαιο «Πύρνα» της Κηφισιάς. Η αρχαία λατρεία των Νυμφών, Μοιρών και Ευμενίδων, (Πολιτεία, Πεντέλη)


Το παρόν κείμενο αποτελεί τμήμα από το «Παράρτημα» του βιβλίου: «Πεντέλη. Ιστορία, Θρύλοι, Μυστήρια», του Βαγγέλη Ζήση (εκδόσεις «Άλλωστε», 2013)



Χαρτογράφηση της σπηλιάς της "Πύρνας", από την Ελληνική
Σπηλαιολογική Εταιρεία

Η σπηλιά βρίσκεται στις δυτικές παρυφές της Πεντέλης στη σημερινή Πολιτεία, κάτω από το δρόμο που οδηγεί στον Άγιο Γεώργιο τον Κοκκιναρά. Το άνοιγμά της δεσπόζει σε υψόμετρο 330 μέτρων στα δυτικά της ρεματιάς του αρχαίου ποταμού της «Πύρνας», δηλαδή του σημερινού «Κοκκιναρά». Το σαθρό πέτρωμα που την αποτελεί είναι η βασικότερη αιτία για τις συχνές αποκολλήσεις τμημάτων της οροφής, ενώ η κατασκευή του ασφαλτόδρομου που περνά ακριβώς πάνω από το θάλαμο της σπηλιάς, ήταν ασφαλώς ένας επιπλέον παράγοντας για τις εν λόγω κατακρημνίσεις. Επιπρόσθετα, το σπήλαιο παρουσιάζει θέαμα εγκατάλειψης και η ρεματιά έχει μετατραπεί σε χώρο εναπόθεσης απορριμμάτων. Η τοξοειδής είσοδός του μοιάζει με μεγάλο στέγαστρο και φράζεται από μια ξερολιθιά, εξ αιτίας της πρόσφατης χρήσης του χώρου ως ποιμνιοστάσιου. Η υπόγεια αίθουσα έχει μήκος 27 μέτρα, ύψος εφτά, και βάθος που κυμαίνεται από τρία έως εφτά μέτρα. Κατά μήκος της ρεματιάς διακρίνονται και άλλα μικρά σπηλαιώδη χάσματα, κάποια από τα οποία φέρουν ίχνη ανθρώπινης επέμβασης, όπως η λείανση των εσωτερικών τοιχωμάτων τους και η ανέγερση χαμηλών τοιχίων με αργούς λίθους στις εισόδους τους. Αυτός ο εξωραϊσμός μαρτυρά μια πρώιμη χρήση τους, από τους ρωμαϊκούς χρόνους και πρωτύτερα, ως τρωγλοδυτικά καταφύγια ή ως φυλάκια-παρατηρητήρια.


Τρωγλοδυτικά καταφύγια κατά μήκος της ρεματιάς. Η μετατροπή
τους σε ασκηταριά είναι μεταγενέστερη

Η πρώτη γνωστή ονομασία για τη σπηλιά ήταν το «Άντρο των Νυμφών», λόγω της μετασκευής της σε χώρο όπου λατρεύονταν οι Κηφισίδες Νύμφες κατά την αρχαιότητα. Στο εσωτερικό της υπήρχε ο περίφημος «Νυμφών» όπου με αποκλειστική συμμετοχή γυναικών τελούνταν μυστικές ιερουργίες, το περιεχόμενο των οποίων παραμένει άγνωστο. Ενδεχομένως, μέρος της λατρείας θα πρέπει να καλυπτόταν με ύμνους προς τις Νύμφες που προσφωνούνταν «Ερατινές», «Δρομάδες», «Χθόνιες» και άλλα προσωνύμια, με τη συνοδεία σπονδών από μέλι, νερό ιερών πηγών, ίσως και τη θυσία μαύρων κριαριών, σύμφωνα με την αρχαιολόγο Χάρης Δεληγεώργη-Αλεξοπούλου. Αλλά και η ευρύτερη γειτονική έκταση θεωρείτο ιερή και λειτουργούσε ως καταφύγιο και άσυλο, όπως η πηγή στην περιοχή του Κεφαλαρίου που ονομαζόταν «Νυμφαία πηγή».
Κατά τον 2ο αιώνα μ.Χ. ο Ηρώδης Τιβέριος Κλαύδιος (Herodes Tiberius Claudius), γνωστότερος ως Ηρώδης ο Αττικός, επέλεξε την περιοχή για καλοκαιρινό θέρετρο και αναζωπύρωσε τη λατρεία στο σπηλαιώδες άντρο, προς τιμή των μυθικών θεοτήτων Ευμενίδων. Το όνομα τους αποτελούσε ευφημισμό των χθόνιων Ερινυών, θεοτήτων της εκδίκησης, ιδιαίτερα για όσους παραβίαζαν τους οικογενειακούς νόμους και προκαλούσαν τόσο τρόμο στους αρχαίους ώστε απέφευγαν ακόμη και την απλή αναφορά σε αυτές. (Στην Αθήνα η λατρεία τους ήταν συνυφασμένη με το θρύλο του Ορέστη, ο οποίος καταδιωκόταν από τις Ερινύες ως μητροκτόνος, μέχρι που τον αθώωσε ο Άρειος Πάγος. Από τότε οι Ερινύες έγιναν Ευμενίδες, πιθανώς ως θεότητες εξιλέωσης. Αποτελεί μάλιστα και το θέμα του τελευταίου μέρους της τριλογίας του Αισχύλου, το 458 π.Χ., «Ορέστεια»). Εκείνη την εποχή ένας δρόμος ξεκινούσε από το μεγάλο πλάτανο της κεντρικής πλατείας της Κηφισιάς, όπου στα τέλη του περασμένου αιώνα βρέθηκαν οι μαρμάρινοι σαρκοφάγοι που διατηρούνται μέχρι και σήμερα μέσα σε μια μεγάλη βιτρίνα, διέσχιζε το ρέμα της Πύρνας, περνούσε μπροστά από τη σπηλιά, και κατέληγε στην τοποθεσία που τον 16ο αιώνα αναγέρθηκε το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου Κοκκιναρά. Υπολείμματα αυτής της οδού είναι τα ίχνη των αναλημματικών τοίχων που διατηρούνται μέσα στο ρέμα, καθώς και δύο επάλληλα πλατώματα από λιθοδομή στο προαύλιο του άντρου. Κάπου εκεί θα πρέπει να υπήρχαν οι περίφημοι «Νυμφαίοι Κήποι» που σκίαζαν επαρκώς με πλατάνια την είσοδο, ενώ ο Ηρώδης σίγουρα θα είχε φροντίσει για τη διακόσμηση όλης της διαδρομής μέσα από το πυκνό πευκοδάσος, με κρήνες, αγάλματα, και άλλες καλλιτεχνικές δημιουργίες.
Με το πέρασμα των αιώνων, η λατρεία των Ευμενίδων έδωσε τη θέση της σε άλλες θεότητες της ελληνικής μυθολογίας. Διατηρώντας τη σεληνιακή υπόστασή της η σπηλιά αφιερώθηκε στις τρεις Μοίρες, εντός της οποίας προσήρχετο ο απλός λαός για να λάβει τις προφητείες μέσα από όνειρα, οράματα, ή άλλα συμβολικά δρώμενα. Η λαϊκή λατρεία εκδηλώθηκε με προσφορές μικρών άρτων που ψήνονταν σε μικρούς ιδιωτικούς κλίβανους. Κατά μια άποψη, η ονομασία της περιοχής Πύρνα οφείλεται σε αυτούς τους άρτους που προορίζονταν για τις Μοίρες, οι οποίοι αποκαλούνταν λόγω της φωτιάς «πύρινοι», ή κατά συγκοπή «πύρνοι». Φαίνεται ότι σταδιακά, από τη μεσοβυζαντινή περίοδο και έπειτα, η λατρεία των Μοιρών οργανώθηκε με πατριαρχικές δομές και ιερατεία. Κατά τον 19ο αιώνα, οι ιέρειες της παλιάς πίστης είχαν αντικατασταθεί από μάγους που διαδέχονταν ο ένας τον άλλον και κατοικοέδρευαν στο σπήλαιο των Μοιρών. Ως νέοι αντιπρόσωποι των τελευταίων, αποφαίνονταν για τη μελλοντική τύχη των προσερχόμενων στο υπόγειο μαντείο, λαμβάνοντας βέβαια για τις υπηρεσίες τους το σχετικό αντίτιμο.

Η σπηλιά της "Πύρνας" στην Κηφισιά, όπου βρισκόταν το μαντείο

Η ιστόρηση του Δημήτρη Καμπούρογλου είναι μια τρανή απόδειξη σχετικά με τους μάγους που «κληρονόμησαν» το δικαίωμα της χρήσης του άντρου των Μοιρών, δηλαδή το προνόμιο να συνεννοούνται με αυτές και. να αναγγέλλουν τα αποτελέσματα σε όσους τις επικαλούνταν. Ως πιο πρόσφατο μνημονεύει κάποιον Τσαρούχα, ο οποίος σε ιδιάζουσες περιπτώσεις μετέβαινε στην Αθήνα για να συναντήσει κάποιες επιφανείς οικογένειες και να τους διαμηνύσει τις, συχνά μοιραίες, απαντήσεις των Μοιρών της Πύρνας στα ερωτήματα που είχαν υποβληθεί. Κάποτε, μια οικογένεια των Αθηνών ρώτησε για το μέλλον της κόρης της. Ο Τσαρούχας αρχικά δεν ήθελε να τους ανακοινώσει το χρησμό του μαντείου. Ύστερα όμως από θερμή παράκληση, τους είπε ότι η θυγατέρα τους θα αργήσει να παντρευτεί και όταν το πράξει δεν θα ζήσει καλά, δεν θα κάνει παιδί, και έπειτα από τέσσερα χρόνια θα πεθάνει. Τα επερχόμενα γεγονότα επαλήθευσαν τις δυσοίωνες προβλέψεις του μάγου. (1)
Αν και ο Καμπούρογλου δεν ονοματίζει επακριβώς την τοποθεσία διαμονής του μάγου, μπορούμε από τα συμφραζόμενα να συμπεραίνουμε ότι το άντρο του πρέπει να ήταν η φημισμένη σπηλιά των Μοιρών. Η παραπάνω υπόθεση ενισχύεται και από τη μαρτυρία του Άγγλου περιηγητή Christopher Wordsworth, ο οποίος το 1832 επισκέφτηκε το χωριό της Κηφισιάς. Αναφέρει λοιπόν ότι υπήρχε ένα σπήλαιο αφιερωμένο στις Μοίρες όπου κατέφευγαν οι χωρικοί, με σκοπό να μάθουν το πεπρωμένο τους. Μάλιστα παραθέτει και μια μελωδία που τραγουδούσαν για να επικαλεστούν το πνεύμα του τόπου μόλις έμπαιναν στον υπόγειο χώρο. Οι ακόλουθοι αυτής της ιεροτελεστίας πίστευαν ότι η αποκόλληση κάποιου ετοιμόρροπου κομματιού από την οροφή κατά τη διάρκεια της διαμονής τους στο υπόγειο ιερό, ήταν το καλύτερο θεϊκό σημάδι, πως θα εισακουστούν οι προσευχές τους. (2) Μια παραλλαγή αυτού του ιδιότυπου χρησμού λέει ότι όσες νεαρές γυναίκες επιθυμούσαν σφόδρα να ανακαλύψουν το όνομα του μέλλοντα συζύγου τους, προσέτρεχαν κρυφά τη νύχτα στο σπήλαιο για να απευθυνθούν στις Νύμφες. Τότε μια αυστηρή φωνή ακουγόταν από τα σκοτεινά βάθη, αναγγέλλοντας στις τρεμάμενες από το φόβο νεάνιδες το πολυπόθητο όνομα. (3)
Μεταξύ των διασήμων προσωπικοτήτων που γνώρισαν τη μυσταγωγική ατμόσφαιρα του άντρου των Μοιρών ήταν και η, οικεία σε εμάς, Δούκισσα της Πλακεντίας. Το 1843 επισκέφτηκε το χώρο συνοδευόμενη από επίσημους, κατοίκους των Αθηνών και τον Γάλλο Raoul de Malherbe. Ο τελευταίος θα παρατηρήσει ότι το σπήλαιο δεν ήταν πολύ βαθύ και κάτω από αυτό έρεε διαυγές νερό. Το θαυμάσιο τοπίο του ρέματος συμπληρωνόταν από μια ξύλινη γέφυρα που είχε κατασκευάσει προ λίγων ετών ο βασιλιάς Όθωνας, ώστε να μπορεί να γευματίζει κάτω από τη σκιά των πλατάνων. (4)
Σταδιακά η λαϊκή πίστη στις Μοίρες επεκτάθηκε στην ευρύτερη περιοχή της Κηφισιάς, λαμβάνοντας πολύσημες μορφές εκδήλωσης. Μια παράδοση του περασμένου αιώνα θα τις συσχετίσει με την καταστροφή του αρχαίου κοιμητηρίου της Κηφισιάς, που προφανώς αποσκοπούσε στην εκμετάλλευση του ενταύθα οικοπέδου. Κατά την εκσκαφή της εν λόγω έκτασης, τα οστά από τους παλαιούς τάφους διασκορπίστηκαν κακήν-κακώς. Σύμφωνα όμως με τον τοπικό θρύλο, έπειτα από τη σύληση του ιερού χώρου οι Μοίρες που είχαν αναλάβει τη γαλήνη και προστασία των νεκρών, εμφανίζονταν κάθε νύχτα για να θρηνήσουν αλλά και για να καταπτοήσουν με απειλές κάθε διερχόμενο χωρικό. (5) Δεν είναι διόλου τυχαίο το γεγονός ότι η έκταση όπου μεταγενέστερα ανεγέρθηκε η θεωρούμενη ως στοιχειωμένη έπαυλη Καζούλη, συμπίπτει επακριβώς με τη θέση του αφανισμένου αρχαίου νεκροταφείου. Φαίνεται ότι η ανίερη καταστροφή του τελευταίου και το μένος που προκάλεσε στις θεϊκές Μοίρες, μετεξελίχθηκε στις σύγχρονες ιστορίες φαντασμάτων που διαδόθηκαν κατά τις τρεις προηγούμενες δεκαετίες σχετικά με την πολυτελή οικία.
Κλείνοντας, θα ήταν παράληψη να μην αναφερθεί η διαφορετική άποψη του Ν. Παπαδάκη, ο οποίος ισχυρίζεται ότι το  Άντρο των Νυμφών βρίσκεται στην ίδια ρεματιά, αλλά ενάμιση χιλιόμετρο χαμηλότερα και δίπλα στην οδό Ραγκαβή. (6) Το στόμιο της σπηλιάς που μοιάζει με στέγαστρο, καταλαμβάνει εγκάρσια όλο τον πυθμένα του ρέματος της Πύρνας και λόγω της υπερυψωμένης θέσης του δημιουργεί ένα μικρό καταρράκτη δύο-τριών μέτρων. Στο στενόχωρο εσωτερικό της διατηρούνται τα υπολείμματα ενός υδραγωγείου που κατασκευάστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, με στόχο τη διοχέτευση των άλλοτε άφθονων πηγαίων υδάτων της Κηφισιάς στον κεντρικό αγωγό του Αδριάνειου. (7) Στη σημερινή του κατάσταση το υπόγειο τούνελ διακόπτεται μετά από διαδρομή μόλις μερικών δεκάδων μέτρων, λόγω της κατακρήμνισης της ασταθούς οροφής.

Βαγγέλης Ζήσης

Σημειώσεις:
(1) Καμπούρογλου Δημήτριος, «Ιστορία των Αθηναίων», τόμος Α’, σελ. 271-272, εκδοτικός οίκος Παλμός-Αντωνόπουλος, 1995 (1890)
(2) Wordsworth Christopher, «Athens and Attica. Journal of a Residence There», London (1836). Ελληνική έκδοση: Wordsworth Christopher, «Αθήνα-Αττική. Το Ημερολόγιο ενός Οδοιπορικού», σελ. 171-172, εκδόσεις Εκάτη (1999)
(3) -, «Απ’ Αθηνών εις Κηφισιάν», περιοδικό «Εστία», έτος Ι’, τόμος ΙΘ’, τεύχος 490ο, σελ. 352, Αθήνα (19 Μαϊου 1885)
(4) Καμπούρογλου Δημήτριος, «Η Δούκισσα της Πλακεντίας», στο «Μελέται και Έρευναι», σελ. 295, εκδόσεις Εστίας (1925)
(5) Ηλιόπουλος Χρ., «Κηφισιάς. Κηφισιά, Πεντέλη, Νυμφαίον, Πύρνα, Χελιδονού, Ηρώδης ο Αττικός, Μένανδρος, Σεπτόν Ερείπιον», περιοδικό «Τουριστική Ελλάς», έτος 4ο, αριθμός 37ος, σελ. 8, Αθήνα (Νοέμβριος 1933)
(6) Παπαδάκης Ν., περιοδικό «Περιηγητική», τεύχος 47ο, σελ. 24-25, Ελληνική Περιηγητική Λέσχη (Νοέμβριος 1962)
(7) Παππάς Αναστάσιος, «Η Ύδρευσις των Αρχαίων Αθηνών», σελ. 184-186, Ελεύθερη Σκέψις (1999)

Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

Το «Καστέλο της Ροδοδάφνης». Το μέγαρο και οι θρύλοι, (Πεντέλη, Αττική)



Η Δούκισσα της Πλακεντίας υπήρξε εξέχον μέλος της αθηναϊκής κοινωνίας του 19ου αιώνα, με έντονη προσωπικότητα και δυναμική παρουσία. Το πλήρες της όνομα ήταν Marie Anne Sophie Barbey de Marbois, και γεννήθηκε στη Philadelphia της Αμερικής το 1785. Το πρόσωπό της υπήρξε συνυφασμένο με το Πεντελικό όρος, εξ αιτίας των εκδρομικών και κυρίως των οικοδομικών δραστηριοτήτων της στο εν λόγω βουνό. Η τεράστια οικονομική της επιφάνεια της επέτρεψε να αγοράσει πολλά καλλιεργήσιμα κτήματα και οικόπεδα στην Αθήνα και στις γύρω περιοχές. Σε κάποιες από αυτές, διάθεσε μεγάλα ποσά και ανήγειρε μεγαλοπρεπή κτίρια που κόσμησαν τις γύρω περιοχές. Συνολικά έχτισε έξι οικοδομήματα, δύο από τα οποία ήταν μέγαρα· ένα εξ αυτών ήταν το «Καστέλο της Ροδοδάφνης» στην Πεντέλη.

Ασπρόμαυρη φωτογραφία του Καστέλου, από παλιά ταχυδρομική κάρτα

Η πηγή της Ροδοδάφνης στην είσοδο του Καστέλου



Η επιγραφή όπου αναγράφεται το
όνομα του Κλεάνθη
Οι εργασίες για το Καστέλο ξεκίνησαν το 1840, και ως οικοδομικό υλικό χρησιμοποιήθηκε το άριστο πεντελικό μάρμαρο. Έχει συμμετρική διάταξη, αποτελούμενο από χαμηλά πλευρικά βοηθητικά κτίρια τα οποία πλαισιώνουν το κεντρικό οίκημα. Το τελευταίο καταλαμβάνει δύο ορόφους, όσο και υπόγειους χώρους. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια επικρατούσε η γνώμη ότι σχεδιαστής και επιβλέπων του κτιρίου υπήρξε ο μακεδόνας αρχιτέκτων Σταμάτης Κλεάνθης. Μάλιστα το όνομά του αναγράφεται σε μια –μάλλον- κατοπινή επιγραφή στα δυτικά του κτιρίου. Σύμφωνα όμως με νεότερες έρευνες, φαίνεται ότι η αυτή «αποκλειστικότητα» αναθεωρείται οριστικά, αφού εκτός από τον Κλεάνθη, εμπλέκονται άλλα πέντε ονόματα αρχιτεκτόνων στην οικοδομική δραστηριότητα της Δούκισσας. (1)


Η σύγχρονη διαμόρφωση του πρώτου ορόφου
Το περιστύλιο της πρόσοψης














Το Καστέλο δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, αφού δεν τοποθετήθηκαν παράθυρα και στέγη. Αυτό οφείλεται, σύμφωνα με μια φήμη της εποχής, στο ότι μια τσιγγάνα είχε προμαντέψει στη Δούκισσα πως θα πεθάνει, εάν δώσει τη συγκατάθεσή της να αποπερατωθεί ο οίκος όπου έμελλε να κατοικήσει. Τη δημοφιλή αυτή διάδοση έχει καταγράψει και ο Γάλλος συγγραφέας Edmond About, ο οποίος επισκέφτηκε τη χώρα μας και συναναστράφηκε με τη Δούκισσα: «ξοδεύεται σε παράξενα κτίσματα που τα αφήνει μισοτελειωμένα επίτηδες, λένε, και από ένα δεισιδαίμονα φόβο ότι θα πεθάνει όταν τελειώσει κάποιο απ’ αυτά». (2) Έτσι, μετά το θάνατο της Δούκισσας το 1854, το κτίριο παρέμεινε ακατοίκητο και ερειπωμένο για περισσότερο από έναν αιώνα, ώσπου το 1959 άρχισε η αναστήλωση του με χρήματα του Ελληνικού Δημοσίου. Όταν ολοκληρώθηκε το 1961, τέθηκε στη διάθεση του διαδόχου βασιλιά Κωνσταντίνου ως εξοχική κατοικία. Σήμερα ανήκει στο Δήμο Πεντέλης και φιλοξενεί το δημοτικό πολιτιστικό κέντρο.

Η βεράντα του δεύτερου ορόφου
με τη μαγευτική θέα στο Αττικό τοπίο

Ο θυρεός (coat of arms) της Δούκισσας
















Πάντως οι θύμησες για τη Δούκισσα, δεν έσβησαν μετά το τέλος της θνητής της ύπαρξης. Ορισμένα βράδια, όπως θέλουν νεότεροι αστικοί θρύλοι, μια γυναίκα με αραχνοΰφαντα πέπλα εξέρχεται από το μέγαρο της Ροδοδάφνης, κάνει μια βόλτα γύρω από αυτό και στη συνέχεια να ξαναμπαίνει μέσα και χάνεται. Στον αντίποδα, ο συμπαθής φύλακας που έχει τοποθετηθεί στο κτίριο από το 2000 και έπειτα, ουδέποτε έχει αντικρύσει τη μυστηριώδη περιπλανώμενη οπτασία.

Η υποτιθέμενη φραγμένη είσοδος…
…και το δώμα του λεβητοστάσιου,
ακριβώς από πίσω!
















Περίπου στα μέσα του 20ου αιώνα εξαπλώθηκε ακόμη ένας σύγχρονος μύθος. Παραβλέποντας την ιστορική αλήθεια, μιλάει για τη σύναψη παράνομης ερωτικής σχέσης της Δούκισσας της Πλακεντίας με τον αρχιληστή Χρήστο Νταβέλη. Μάλιστα, το κρυφό αντάμωμά τους λέγεται πως επιτυγχανόταν δια μέσου ενός υπόγειου λαγουμιού που ένωνε τη Σπηλιά του Νταβέλη με το ανάκτορο της Ροδοδάφνης. Μέχρι σήμερα, η έρευνα στους υπόγειους χώρους του τελευταίου, όσο και στην πέριξ περιοχή, δεν έχει επιβεβαιώσει αυτόν τον ευφάνταστο ισχυρισμό. Η μοναδική υπόγεια διαδρομή του Καστέλου αφορά μια νεότερη μετασκευή του κτιρίου. Πρόκειται για μια μικρή πόρτα δίπλα στο γκαράζ, που ύστερα από μερικά σκαλοπάτια και έναν διάδρομο, καταλήγει στον κυρίως χώρο των κελαριών. Λέγεται ότι ο βασιλιάς Κωνσταντίνος έκανε χρήση αυτής της διαδρομής, όταν αυτός και οι καλεσμένοι-ες του επιθυμούσαν να αποφύγουν τα… αδιάκριτα βλέμματα! (3)

Ο διάδρομος της μοναδικής, αλλά
σύντομης, υπόγειας διαδρομής.
Η κεντρική αίθουσα των κελαριών






Η βόρεια όψη του Καστέλου, σχεδιασμένη
από τον αρχιτέκτονα Κώστα Μπίρη
Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι παραπάνω γοητευτικές -ομολογουμένως- διαδόσεις, όχι μόνο διατηρούν, αλλά αυξάνουν τη δυναμική τους· δεν είναι λίγα τα βράδια που παρέες νεαρών οδηγούνται στο Καστέλο κατά τις πρώτες πρωινές ώρες, με την ελπίδα να γίνουν μάρτυρες της εμφάνισης του διαβόητου φαντάσματος, ή κάποιας άλλης αποκαλυπτικής εμπειρίας. Φαίνεται όμως ότι το γοτθικό ανάκτορο, παράξενο και εκλεκτικό σαν την «Ντουκέσσα», εξακολουθεί να κρατάει τις «κλεις του μυστηρίου» για λιγοστούς αναζητητές… παράξενους και εκλεκτικούς και αυτούς!

Βαγγέλης Ζήσης

Σημειώσεις:
(1) Haugsted Ida, «Τα κτίρια της Δούκισσας της Πλακεντίας στην Αθήνα», περιοδικό «Αρχαιολογία», τεύχος 29ο, σελ. 72-80 (Δεκέμβριος 1988), Φουντουλάκη Όλγα, «Η Δούκισσα της Πλακεντίας και οι Αρχιτέκτονές της», εκδόσεις Επτάλοφος (2011).
(2) About Edmond, «La Grèce Contemporaine», Paris (1854). Ελληνική έκδοση: Αμπού Έντμοντ «Η Ελλάδα του Όθωνος. Η σύγχρονη Ελλάδα 1854», σελ. 82, εκδόσεις αδελφοί Τολίδη (1973).
(3) Για περισσότερα στοιχεία σχετικά με την Δούκισσα, τον Νταβέλη και το θέμα των υπόγειων στοών στο Καστέλο, αλλά και γενικότερα στην Πεντέλη, δες: Ζήσης Βαγγέλης «Πεντέλη. Ιστορία, Θρύλοι, Μυστήρια», εκδόσεις Άλλωστε (2013).

Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

Η λατρεία των όφεων. Τα «φιδάκια της Παναγίας», (Αργίνια-Μαρκόπουλο, Κεφαλονιά)


Ήταν νωρίς το πρωί, το ημερολόγιο έγραφε 12 Αυγούστου και ήμουν μπερδεμένος. Βρισκόμουν στους νοτιοανατολικούς πρόποδες του βουνού Αίνος. Σε μια διχάλα του επαρχιακού δρόμου, διάβασα ένα αναρτημένο πανό: «ΑΡΓΙΝΙΑ. ΕΛΑΤΕ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΦΙΔΑΚΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ». Εξακολουθούσα να είμαι μπερδεμένος.

Το αναρτημένο πανό, στο δρόμο προς τα Αργίνια
Ο προβληματισμός μου δεν συνίστατο στην επιλογή της κατεύθυνσης, αλλά με όσα θα συναντούσα στον τελικό προορισμό μου. Παρόλο που η προπαίδεια μου βασιζόταν σε παλιότερα δημοσιεύματα δύο εξαίρετων λαογράφων μας, του Δημήτρη Λουκάτου (με καταγωγή από το νησί της Κεφαλονιάς) και του Γιώργου Αικατερινίδη, οι κεντρικές ιδέες παρέμεναν αντιφατικές. Το φίδι, ένα σύνθετο και παγκόσμιο σύμβολο· φορέας της ανανέωσης, της θεραπείας, των χθόνιων δυνάμεων, της μαγείας και της γοητείας στην αρχαία Ελλάδα. Πρωτουργός της θεϊκής γνώσης και φώτισης, για τους Γνωστικούς. Όμως για τους ορθόδοξους; Ο όφις ήταν πάντα μια ενσάρκωση του Διαβόλου, του πειρασμού, της καταστροφής και της πανουργίας, εχθρός του Θεού και συντελεστής της Πτώσης. Πώς θα μπορούσε να συσχετιστεί η χριστιανική λατρεία με έναν αντιπρόσωπο των δυνάμεων του σκότους;

Ο νέος ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στα Αργίνια
Εισήλθα δισταχτικά στη μονόκλιτη βασιλική του χωριού των Αργινίων. Η θερμή υποδοχή από τον υπεύθυνο του ναού, εξαφάνισε την αμηχανία μου. Σε μια γυάλινη βιτρίνα εκτίθονταν οχτώ «φιδάκια της Παναγίας», όπως αυτά αποκαλούνται από τον τοπικό πληθυσμό. Τα όσα μου αφηγήθηκαν, συμβάδιζαν με ότι είχα διαβάσει. Σύμφωνα με την παράδοση, τα μικρά ερπετά συλλέγονται τις νύχτες μεταξύ 6 έως 15 Αυγούστου. Πιστεύεται ότι εκτός τις συγκεκριμένες ημέρες του δεκαπενταύγουστου, κανείς δεν μπορεί να συναντήσει παρόμοιο φίδι. Βέβαια, όπως μου εκμυστηρεύτηκε ο επίτροπος, δεν τα αναζητούν άλλες ημερομηνίες. Η τοποθεσία εμφάνισής τους συμπίπτει με τη θέση «Βρύση», μερικές δεκάδες μέτρα ανατολικά από τον σύγχρονο ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Εκεί βρισκόταν η παλιά εκκλησία του χωριού, μέχρι που κατέρρευσε από τους τρομερούς, για το νησί, σεισμούς του 1953.

Η θέση «Βρύση, όπου βρισκόταν
η παλιά εκκλησία
Η ενημερωτική μαρμάρινη επιγραφή

Όσα φιδάκια ανακαλύψουν οι χωρικοί, τα μεταφέρουν αμέσως στη νέα εκκλησία. Μάλιστα η τακτική τους εμφάνιση, όσο και ο συνολικός αριθμός αυτών που θα συλλεχτούν, αποτελούν εγγύηση για την ευημερία του χωριού και προμήνυμα για την καλοχρονιά, ή κακοχρονιά, ολόκληρης της ελληνικής επικράτειας. Πολλοί κάτοικοι του χωριού διατείνονται ότι κατά τις χρονιές μεγάλων εθνικών ή τοπικών συμφορών, τα «φιδάκια της Παναγίας» δεν παρουσιάστηκαν σε αυτό το… προκαθορισμένο ραντεβού. 


Μερικά παραδείγματα αποτελούν ο Αύγουστος του 1940 όταν τα φίδια απουσίασαν ενόψει της Ιταλικής εισβολής στην Ελλάδα, του 1953 ως δυσοίωνο σημάδι των σεισμών που έπληξαν την Κεφαλονιά και του 2005 λόγω της συντριβής ενός αεροσκάφους των κυπριακών αερογραμμών με συνέπεια το θάνατο των 121 ατόμων που επέβαιναν σε αυτό (πολλοί από τους επιβάτες είχαν ως τελικό προορισμό την Κεφαλονιά).

Λέγεται πως ένα μικρό σημαδάκι, σαν σταυρός, υπάρχει στο κεφάλι των φιδιών
Μέσα σε μια γυάλινη βιτρίνα φυλάσσονται τα «φιδάκια της Παναγίας»


Όμως αυτό που πραγματικά εντυπωσιάζει είναι η συμπεριφορά των μικρών φιδιών απέναντι στην ανθρώπινη παρουσία, κάτι που άλλωστε διαπίστωσα ιδίοις όμμασι. Δείχνουν πως τον εμπιστεύονται, είναι ακίνδυνα, υποτακτικά, ατρόμητα, και άφοβα τυλίγονται γύρω από τα χέρια των επισκεπτών. Παλαιότερα όταν ήταν λιγότερο περιορισμένα, περιφέρονταν ξεθαρρεμένα μέσα στο ναό, στο τέμπλο, στις εικόνες & στα στασίδια. Όμως λόγω αυτής της ελευθερίας κινήσεων και του μεγάλου αριθμού τους (υπήρξαν χρονιές με 20-30 φιδάκια), συνέβαιναν μερικά ατυχήματα όταν οι καροτσέρηδες πατούσαν ακούσια κάποιο φίδι. Για να εξιλεωθούν από αυτή την απροσεξία-αμαρτία, αφιέρωναν ψεύτικα ομοιώματα φιδιών τα οποία κρεμούσαν στην εικόνα της Παναγίας.(1) Δυστυχώς τα συγκεκριμένα τάματα που βρίσκονταν στην εκκλησία του Μαρκόπουλου κάηκαν το 1953, όταν ξέσπασε πυρκαγιά στο ναό.(2) Την επομένη του δεκαπενταύγουστου, όταν δηλαδή λήξουν οι εορταστικές εκδηλώσεις, οι κάτοικοι των Αργινίων επιστρέφουν τα «φιδάκια της Παναγίας» εκεί που τα ανακάλυψαν, με την ελπίδα ότι θα επανεμφανιστούν ως φορείς καλοτυχίας την επόμενη χρονιά. Ένας θρύλος λέει ότι ύστερα από 40 ημέρες τα φίδια εξαφανίζονται, ακόμη και αν κάποιος επιχειρήσει να τα διατηρήσει σε κλειστά μπουκάλια.

Η σύγχρονη εκκλησία του Μαρκόπουλου
Τα ερείπια του παλιού καμπαναριού
στο Μαρκόπουλο

















Η περίπτωση του ημιορεινού χωριού των Αργινίων που αναφέρθηκε, αν και διεκδικεί την προτεραιότητα του φαινομένου, έχει αποκτήσει λιγότερη δημοσιότητα από αυτή του γειτονικού χωριού του Μαρκόπουλου. Το βασικότερο αίτιο δεν είναι άλλο από την οδική απομόνωση των Αργινίων, σε αντίθεση με το Μαρκόπουλο που βρίσκεται πάνω στον κεντρικό επαρχιακό δρόμο. Όμως και στο τελευταίο, τα βασικά στοιχεία της εθιμικής παράδοσης παραμένουν ίδια. Τα «φιδάκια της Παναγίας» εμφανίζονται τις νύχτες στο Φράγκικο -γκρεμισμένο πια- καμπαναριό της παλιάς εκκλησίας του Μαρκόπουλου, του οποίου η βάση σώζεται σε μια μικρή ρεματιά δίπλα στο δρόμο. Από τις ρωγμές του εξέρχονται τα φίδια και από εκεί μεταφέρονται στον καινούργιο ναό για να εκτεθούν στους πιστούς.

Μια ψηφιδωτή αγιογραφία με αντιφατικούς συμβολισμούς.
Η Παναγία φέρει ανά χείρας τους ιερούς όφεις
 Κατά καιρούς έχουν ακουστεί διάφορες απόψεις, στην προσπάθεια να εξηγηθεί η παρουσία των μικρών ερπετών στα δύο χωριά της Κεφαλονιάς. Έχει ειπωθεί ότι το συγκεκριμένο -χωρίς δηλητήριο- είδος, πολλαπλασιάστηκε για κάποιον άγνωστο λόγο στις περιοχές των Αργινίων και Μαρκόπουλου και, σαν να υπάκουσε μια περίεργη γενετική επιταγή, εξοικειώθηκε με το πέρασμα των αιώνων με τον άνθρωπο. Ίσως, λένε άλλοι, αναπτύσσεται κατά τον δεκαπενταύγουστο κάποιο φυτό που τo προσελκύει με την οσμή του, ή εμφανίζεται στην περιοχή κάποιο άλλο ζώο που αποτελεί την τροφή του.

Τα γυάλινα δοχεία όπου φυλάσσονται 
τα φίδια στο ναό τουΜαρκόπουλου
Και αληθινά, θα μπορούσαν να εκτεθούν δεκάδες ακόμα θεωρίες, από την «σοφή» έδρα του γραφείου μας, όλες εμπεριστατωμένες και με βάση την ορθή σκέψη· όμως «χιλιόμετρα μακριά», από την ψυχοσύνθεση και τη βιωματική εμπειρία των κατοίκων του νησιού. Στα Αργίνια και στο Μαρκόπουλο βλέπουν τα τιθασευμένα ερπετά της Παναγίας σαν ευλογημένα πλάσματα, δίχως άκρατο φανατισμό και θρησκοληψία. Τα θεωρούν σαν ένα ιερό συμβάν, μια ιεροφάνεια, η οποία επικυρώνει τη Θεία παρουσία στους εορτασμούς των εκκλησιών τους. Ίσως το κλειδί για ετούτη την εθιμική θρησκευτική συμπεριφορά να βρίσκεται στην ανθρώπινη πίστη· μια πίστη γνήσια, που πηγάζει βαθειά από την ανθρώπινη ψυχή και η οποία μπορεί να επενεργήσει στο υλικό περιβάλλον, ανεξάρτητη από «λάβαρα» ή στερεότυπες πεποιθήσεις.



Σίγουρα υφίσταται και ο παράγοντας της τουριστικής σκοπιμότητας, που όμως δεν μπορεί να συγκριθεί με τις κοσμικές εμποροπανηγύρεις που στήνονται σε άλλα επαρχιακά ή αστικά θρησκευτικά κέντρα. Περισσότερο, μάλλον, μοιάζει ως μια αυτοδιαφήμιση των εντοπίων, η οποία πηγάζει από την αγάπη για τον τόπο τους. Για τον περιστασιακό επισκέπτη, ίσως τα «φιδάκια της Παναγίας» να εξυπηρετούν την παρόρμηση της συνείδησης του για μια αναζήτηση πέρα από το καθιερωμένο και συμβατό. Ή αλλιώς, ευκαιρίες απόδρασης από την επιστημονική έλλογη γνώση. Ευκαιρίες που ολοένα φθίνουν για τον σύγχρονο άνθρωπο της τεχνολογίας. Όπως άλλωστε, χρόνο με το χρόνο, φθίνει και ο συνολικός αριθμός από τα φιδάκια που κάθε δεκαπενταύγουστο ανανεώνουν την παρουσία τους, σε εκείνη την γωνία της ημιορεινής Κεφαλονιάς. Ίσως γιατί, πλέον, δεν τα πιστεύουμε αρκετά.

«Τα φίδια απ’ το Μαρκόπουλο καλαίνω να με φάνε, μα κείνα είναι τση Παναγιάς, και με χαϊδολογάνε!»
(χαριτωμένο λαϊκό δίστιχο ενός ερωτευμένου νέου, που… διαμαρτύρεται για την ημερότητα των φιδιών, ενώ αυτός έχει την διάθεση να αυτοκτονήσει για τη «χαμένη» αγάπη του!)

Βαγγέλης Ζήσης

Σημειώσεις:
(1) Λουκάτος Δημήτρης, «Κεφαλονίτικη Λατρεία. Λαογραφικά, Ηθογραφίες, Ιστορικά», σελ. 217, Αθήνα (1946).
(2) Αικατερινίδης Γιώργος, «Τα «Φιδάκια της Παναγίας» στην Κεφαλονιά. Η Εθιμική Διάρκεια ενός Λατρευτικού Φαινομένου», στο «Δελτίον της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας», τόμος 35ος, σελ. 326, Αθήνα (1978-1989).