Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

Η λατρεία των όφεων. Τα «φιδάκια της Παναγίας», (Αργίνια-Μαρκόπουλο, Κεφαλονιά)


Ήταν νωρίς το πρωί, το ημερολόγιο έγραφε 12 Αυγούστου και ήμουν μπερδεμένος. Βρισκόμουν στους νοτιοανατολικούς πρόποδες του βουνού Αίνος. Σε μια διχάλα του επαρχιακού δρόμου, διάβασα ένα αναρτημένο πανό: «ΑΡΓΙΝΙΑ. ΕΛΑΤΕ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΦΙΔΑΚΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ». Εξακολουθούσα να είμαι μπερδεμένος.

Το αναρτημένο πανό, στο δρόμο προς τα Αργίνια
Ο προβληματισμός μου δεν συνίστατο στην επιλογή της κατεύθυνσης, αλλά με όσα θα συναντούσα στον τελικό προορισμό μου. Παρόλο που η προπαίδεια μου βασιζόταν σε παλιότερα δημοσιεύματα δύο εξαίρετων λαογράφων μας, του Δημήτρη Λουκάτου (με καταγωγή από το νησί της Κεφαλονιάς) και του Γιώργου Αικατερινίδη, οι κεντρικές ιδέες παρέμεναν αντιφατικές. Το φίδι, ένα σύνθετο και παγκόσμιο σύμβολο· φορέας της ανανέωσης, της θεραπείας, των χθόνιων δυνάμεων, της μαγείας και της γοητείας στην αρχαία Ελλάδα. Πρωτουργός της θεϊκής γνώσης και φώτισης, για τους Γνωστικούς. Όμως για τους ορθόδοξους; Ο όφις ήταν πάντα μια ενσάρκωση του Διαβόλου, του πειρασμού, της καταστροφής και της πανουργίας, εχθρός του Θεού και συντελεστής της Πτώσης. Πώς θα μπορούσε να συσχετιστεί η χριστιανική λατρεία με έναν αντιπρόσωπο των δυνάμεων του σκότους;

Ο νέος ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στα Αργίνια
Εισήλθα δισταχτικά στη μονόκλιτη βασιλική του χωριού των Αργινίων. Η θερμή υποδοχή από τον υπεύθυνο του ναού, εξαφάνισε την αμηχανία μου. Σε μια γυάλινη βιτρίνα εκτίθονταν οχτώ «φιδάκια της Παναγίας», όπως αυτά αποκαλούνται από τον τοπικό πληθυσμό. Τα όσα μου αφηγήθηκαν, συμβάδιζαν με ότι είχα διαβάσει. Σύμφωνα με την παράδοση, τα μικρά ερπετά συλλέγονται τις νύχτες μεταξύ 6 έως 15 Αυγούστου. Πιστεύεται ότι εκτός τις συγκεκριμένες ημέρες του δεκαπενταύγουστου, κανείς δεν μπορεί να συναντήσει παρόμοιο φίδι. Βέβαια, όπως μου εκμυστηρεύτηκε ο επίτροπος, δεν τα αναζητούν άλλες ημερομηνίες. Η τοποθεσία εμφάνισής τους συμπίπτει με τη θέση «Βρύση», μερικές δεκάδες μέτρα ανατολικά από τον σύγχρονο ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Εκεί βρισκόταν η παλιά εκκλησία του χωριού, μέχρι που κατέρρευσε από τους τρομερούς, για το νησί, σεισμούς του 1953.

Η θέση «Βρύση, όπου βρισκόταν
η παλιά εκκλησία
Η ενημερωτική μαρμάρινη επιγραφή

Όσα φιδάκια ανακαλύψουν οι χωρικοί, τα μεταφέρουν αμέσως στη νέα εκκλησία. Μάλιστα η τακτική τους εμφάνιση, όσο και ο συνολικός αριθμός αυτών που θα συλλεχτούν, αποτελούν εγγύηση για την ευημερία του χωριού και προμήνυμα για την καλοχρονιά, ή κακοχρονιά, ολόκληρης της ελληνικής επικράτειας. Πολλοί κάτοικοι του χωριού διατείνονται ότι κατά τις χρονιές μεγάλων εθνικών ή τοπικών συμφορών, τα «φιδάκια της Παναγίας» δεν παρουσιάστηκαν σε αυτό το… προκαθορισμένο ραντεβού. 


Μερικά παραδείγματα αποτελούν ο Αύγουστος του 1940 όταν τα φίδια απουσίασαν ενόψει της Ιταλικής εισβολής στην Ελλάδα, του 1953 ως δυσοίωνο σημάδι των σεισμών που έπληξαν την Κεφαλονιά και του 2005 λόγω της συντριβής ενός αεροσκάφους των κυπριακών αερογραμμών με συνέπεια το θάνατο των 121 ατόμων που επέβαιναν σε αυτό (πολλοί από τους επιβάτες είχαν ως τελικό προορισμό την Κεφαλονιά).

Λέγεται πως ένα μικρό σημαδάκι, σαν σταυρός, υπάρχει στο κεφάλι των φιδιών
Μέσα σε μια γυάλινη βιτρίνα φυλάσσονται τα «φιδάκια της Παναγίας»


Όμως αυτό που πραγματικά εντυπωσιάζει είναι η συμπεριφορά των μικρών φιδιών απέναντι στην ανθρώπινη παρουσία, κάτι που άλλωστε διαπίστωσα ιδίοις όμμασι. Δείχνουν πως τον εμπιστεύονται, είναι ακίνδυνα, υποτακτικά, ατρόμητα, και άφοβα τυλίγονται γύρω από τα χέρια των επισκεπτών. Παλαιότερα όταν ήταν λιγότερο περιορισμένα, περιφέρονταν ξεθαρρεμένα μέσα στο ναό, στο τέμπλο, στις εικόνες & στα στασίδια. Όμως λόγω αυτής της ελευθερίας κινήσεων και του μεγάλου αριθμού τους (υπήρξαν χρονιές με 20-30 φιδάκια), συνέβαιναν μερικά ατυχήματα όταν οι καροτσέρηδες πατούσαν ακούσια κάποιο φίδι. Για να εξιλεωθούν από αυτή την απροσεξία-αμαρτία, αφιέρωναν ψεύτικα ομοιώματα φιδιών τα οποία κρεμούσαν στην εικόνα της Παναγίας.(1) Δυστυχώς τα συγκεκριμένα τάματα που βρίσκονταν στην εκκλησία του Μαρκόπουλου κάηκαν το 1953, όταν ξέσπασε πυρκαγιά στο ναό.(2) Την επομένη του δεκαπενταύγουστου, όταν δηλαδή λήξουν οι εορταστικές εκδηλώσεις, οι κάτοικοι των Αργινίων επιστρέφουν τα «φιδάκια της Παναγίας» εκεί που τα ανακάλυψαν, με την ελπίδα ότι θα επανεμφανιστούν ως φορείς καλοτυχίας την επόμενη χρονιά. Ένας θρύλος λέει ότι ύστερα από 40 ημέρες τα φίδια εξαφανίζονται, ακόμη και αν κάποιος επιχειρήσει να τα διατηρήσει σε κλειστά μπουκάλια.

Η σύγχρονη εκκλησία του Μαρκόπουλου
Τα ερείπια του παλιού καμπαναριού
στο Μαρκόπουλο

















Η περίπτωση του ημιορεινού χωριού των Αργινίων που αναφέρθηκε, αν και διεκδικεί την προτεραιότητα του φαινομένου, έχει αποκτήσει λιγότερη δημοσιότητα από αυτή του γειτονικού χωριού του Μαρκόπουλου. Το βασικότερο αίτιο δεν είναι άλλο από την οδική απομόνωση των Αργινίων, σε αντίθεση με το Μαρκόπουλο που βρίσκεται πάνω στον κεντρικό επαρχιακό δρόμο. Όμως και στο τελευταίο, τα βασικά στοιχεία της εθιμικής παράδοσης παραμένουν ίδια. Τα «φιδάκια της Παναγίας» εμφανίζονται τις νύχτες στο Φράγκικο -γκρεμισμένο πια- καμπαναριό της παλιάς εκκλησίας του Μαρκόπουλου, του οποίου η βάση σώζεται σε μια μικρή ρεματιά δίπλα στο δρόμο. Από τις ρωγμές του εξέρχονται τα φίδια και από εκεί μεταφέρονται στον καινούργιο ναό για να εκτεθούν στους πιστούς.

Μια ψηφιδωτή αγιογραφία με αντιφατικούς συμβολισμούς.
Η Παναγία φέρει ανά χείρας τους ιερούς όφεις
 Κατά καιρούς έχουν ακουστεί διάφορες απόψεις, στην προσπάθεια να εξηγηθεί η παρουσία των μικρών ερπετών στα δύο χωριά της Κεφαλονιάς. Έχει ειπωθεί ότι το συγκεκριμένο -χωρίς δηλητήριο- είδος, πολλαπλασιάστηκε για κάποιον άγνωστο λόγο στις περιοχές των Αργινίων και Μαρκόπουλου και, σαν να υπάκουσε μια περίεργη γενετική επιταγή, εξοικειώθηκε με το πέρασμα των αιώνων με τον άνθρωπο. Ίσως, λένε άλλοι, αναπτύσσεται κατά τον δεκαπενταύγουστο κάποιο φυτό που τo προσελκύει με την οσμή του, ή εμφανίζεται στην περιοχή κάποιο άλλο ζώο που αποτελεί την τροφή του.

Τα γυάλινα δοχεία όπου φυλάσσονται 
τα φίδια στο ναό τουΜαρκόπουλου
Και αληθινά, θα μπορούσαν να εκτεθούν δεκάδες ακόμα θεωρίες, από την «σοφή» έδρα του γραφείου μας, όλες εμπεριστατωμένες και με βάση την ορθή σκέψη· όμως «χιλιόμετρα μακριά», από την ψυχοσύνθεση και τη βιωματική εμπειρία των κατοίκων του νησιού. Στα Αργίνια και στο Μαρκόπουλο βλέπουν τα τιθασευμένα ερπετά της Παναγίας σαν ευλογημένα πλάσματα, δίχως άκρατο φανατισμό και θρησκοληψία. Τα θεωρούν σαν ένα ιερό συμβάν, μια ιεροφάνεια, η οποία επικυρώνει τη Θεία παρουσία στους εορτασμούς των εκκλησιών τους. Ίσως το κλειδί για ετούτη την εθιμική θρησκευτική συμπεριφορά να βρίσκεται στην ανθρώπινη πίστη· μια πίστη γνήσια, που πηγάζει βαθειά από την ανθρώπινη ψυχή και η οποία μπορεί να επενεργήσει στο υλικό περιβάλλον, ανεξάρτητη από «λάβαρα» ή στερεότυπες πεποιθήσεις.



Σίγουρα υφίσταται και ο παράγοντας της τουριστικής σκοπιμότητας, που όμως δεν μπορεί να συγκριθεί με τις κοσμικές εμποροπανηγύρεις που στήνονται σε άλλα επαρχιακά ή αστικά θρησκευτικά κέντρα. Περισσότερο, μάλλον, μοιάζει ως μια αυτοδιαφήμιση των εντοπίων, η οποία πηγάζει από την αγάπη για τον τόπο τους. Για τον περιστασιακό επισκέπτη, ίσως τα «φιδάκια της Παναγίας» να εξυπηρετούν την παρόρμηση της συνείδησης του για μια αναζήτηση πέρα από το καθιερωμένο και συμβατό. Ή αλλιώς, ευκαιρίες απόδρασης από την επιστημονική έλλογη γνώση. Ευκαιρίες που ολοένα φθίνουν για τον σύγχρονο άνθρωπο της τεχνολογίας. Όπως άλλωστε, χρόνο με το χρόνο, φθίνει και ο συνολικός αριθμός από τα φιδάκια που κάθε δεκαπενταύγουστο ανανεώνουν την παρουσία τους, σε εκείνη την γωνία της ημιορεινής Κεφαλονιάς. Ίσως γιατί, πλέον, δεν τα πιστεύουμε αρκετά.

«Τα φίδια απ’ το Μαρκόπουλο καλαίνω να με φάνε, μα κείνα είναι τση Παναγιάς, και με χαϊδολογάνε!»
(χαριτωμένο λαϊκό δίστιχο ενός ερωτευμένου νέου, που… διαμαρτύρεται για την ημερότητα των φιδιών, ενώ αυτός έχει την διάθεση να αυτοκτονήσει για τη «χαμένη» αγάπη του!)

Βαγγέλης Ζήσης

Σημειώσεις:
(1) Λουκάτος Δημήτρης, «Κεφαλονίτικη Λατρεία. Λαογραφικά, Ηθογραφίες, Ιστορικά», σελ. 217, Αθήνα (1946).
(2) Αικατερινίδης Γιώργος, «Τα «Φιδάκια της Παναγίας» στην Κεφαλονιά. Η Εθιμική Διάρκεια ενός Λατρευτικού Φαινομένου», στο «Δελτίον της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας», τόμος 35ος, σελ. 326, Αθήνα (1978-1989).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου